θυρεαφόρος

θῠρεᾱφόρος, ον,= θυρεοφόρος, Supp.Epigr.3.351 (Thisbe, iii B.C.), Plb.5.53.8, Plu.Aem.19, Arr.Tact.4.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρεαφόρος — θυρεαφόρος, ον βλ. θυρεοφόρος …   Dictionary of Greek

  • θυρεαφόροι — θυρεαφόρος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεαφόρους — θυρεαφόρος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεαφόρων — θυρεαφόρος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεαφόρῳ — θυρεαφόρος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.